Σημαντικές πιέσεις εξακολουθούν να δέχονται οι τιμές του ελαιολάδου στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τη μειωμένη παραγωγή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι εισαγωγές από τρίτες χώρες αυξήθηκαν κατά 48,8%, ενώ υψηλότερα αναμένονται και τα τελικά αποθέματα, δημιουργώντας νέα δεδομένα για την ελαιοκομική περίοδο 2026/27.
Στα 3,58 ευρώ το ελληνικό ελαιόλαδο
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έως τις 9 Σεπτεμβρίου 2026, η τιμή του ελληνικού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου διαμορφώθηκε στα 3,58 ευρώ το κιλό, καταγράφοντας μείωση 12,3% σε ετήσια βάση και 29,5% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας.
Στην Ισπανία η τιμή διαμορφώθηκε στα 3,47 ευρώ το κιλό και στην Ιταλία στα 4,82 ευρώ.
Στις υπόλοιπες κατηγορίες, το παρθένο ελαιόλαδο στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 3 ευρώ το κιλό, μειωμένο κατά 14,3%, ενώ το λαμπάντε υποχώρησε στα 2 ευρώ, καταγράφοντας πτώση 20%. Παράλληλα, σύμφωνα με τα μηνιαία στοιχεία της Κομισιόν για τον Αύγουστο, η μέση τιμή του ελληνικού εξαιρετικού παρθένου είχε διαμορφωθεί στα 3,63 ευρώ το κιλό.
Μειωμένη κατά 20% η ελληνική παραγωγή
Η πτώση των τιμών καταγράφεται παρά τη μείωση της παραγωγής ελαιολάδου στην Ελλάδα, η οποία για την περίοδο 2025/26 εκτιμάται στο 20% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Συνολικά, η παραγωγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπεται στους 2,045 εκατ. τόνους, έναντι 2,150 εκατ. τόνων την προηγούμενη περίοδο. Στην Ισπανία η παραγωγή αναμένεται μειωμένη κατά 8%, ενώ στην Ιταλία εκτιμάται αύξηση 31%.
Άλμα 48,8% στις εισαγωγές – Κυριαρχεί η Τυνησία
Σημαντική αύξηση σημείωσαν οι εισαγωγές ελαιολάδου της ΕΕ από τρίτες χώρες.
Το δεκάμηνο Οκτωβρίου 2025 – Ιουλίου 2026 εισήχθησαν 232.793 τόνοι, ποσότητα αυξημένη κατά 48,8% σε σχέση με την αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο.
Η Τυνησία αποτελεί τον μεγαλύτερο προμηθευτή, με 182.399 τόνους, καλύπτοντας περίπου το 78% των εισαγωγών και καταγράφοντας αύξηση 45,2%. Ακολουθούν το Μαρόκο με μερίδιο 13%, η Αίγυπτος με 4% και η Αργεντινή και το Περού με 1% αντίστοιχα.
Οι αυξημένες εισαγωγές ενισχύουν τις διαθέσιμες ποσότητες στην ευρωπαϊκή αγορά και αποτελούν έναν από τους παράγοντες που μπορούν να συγκρατήσουν τις τιμές.
Στους 626.775 τόνους οι εξαγωγές
Οι εξαγωγές ελαιολάδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τρίτες χώρες διαμορφώθηκαν στους 626.775 τόνους, παρουσιάζοντας οριακή μείωση 0,4%.
Οι ΗΠΑ παραμένουν η μεγαλύτερη αγορά, με 201.176 τόνους, αν και οι αποστολές μειώθηκαν κατά 12%.
Αντίθετα, σημαντική αύξηση καταγράφηκε στη Βραζιλία, όπου εξήχθησαν 74.761 τόνοι (+29,7%), στο Ηνωμένο Βασίλειο με 58.701 τόνους (+11,3%) και στην Κίνα με 31.210 τόνους (+20,5%). Μεγαλύτερες απώλειες σημειώθηκαν στον Καναδά (-30,4%) και στην Αυστραλία (-17,5%).
Αυξημένα κατά 28% τα αποθέματα
Ιδιαίτερη σημασία για την πορεία των τιμών έχουν και τα αποθέματα ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν, τα τελικά αποθέματα για την περίοδο 2025/26 αναμένεται να φτάσουν τους 476.000 τόνους στα τέλη Σεπτεμβρίου, έναντι 371.000 τόνων την προηγούμενη περίοδο, σημειώνοντας αύξηση περίπου 28%.
Παράλληλα, στα τέλη Μαΐου τα αποθέματα είχαν προσεγγίσει τους 1,1 εκατ. τόνους. Η αύξηση των αποθεμάτων, σε συνδυασμό με τις μεγαλύτερες εισαγόμενες ποσότητες, ενδέχεται να συνεχίσει να επηρεάζει την αγορά κατά την έναρξη της νέας ελαιοκομικής περιόδου.
Τι αναμένεται για τη νέα ελαιοκομική περίοδο
Η εικόνα της ευρωπαϊκής αγοράς δείχνει ότι η μειωμένη παραγωγή δεν οδηγεί απαραίτητα σε υψηλότερες τιμές, καθώς καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι εισαγωγές, τα αποθέματα και η διεθνής ζήτηση. Για τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς, η διατήρηση των τιμών κοντά στα 3,50–3,60 ευρώ το κιλό προκαλεί προβληματισμό, ιδιαίτερα λόγω του κόστους καλλιέργειας και συγκομιδής.
Το μεγάλο ερώτημα ενόψει της περιόδου 2026/27 είναι εάν οι τιμές θα ανακάμψουν ή εάν οι αυξημένες διαθέσιμες ποσότητες και ο διεθνής ανταγωνισμός θα συνεχίσουν να ασκούν πιέσεις στην αγορά.
Η εξέλιξη της παραγωγής στην Ισπανία, στην Ελλάδα και στην Ιταλία, σε συνδυασμό με την πορεία των εισαγωγών και της κατανάλωσης, θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες.
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (DG AGRI)