Σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα παραμένει για ακόμη μία χρονιά η ελληνική οινοπαραγωγή, με την πρώτη εκτίμηση για την αμπελοοινική περίοδο 2026/2027 να διαμορφώνεται στα 1.666.688 εκατόλιτρα (hl).
Τα στοιχεία προέρχονται από την επίσημη ενημέρωση του αρμόδιου τμήματος του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αφορούν την πρώτη εκτίμηση της παραγωγής οίνου στη χώρα.
Ο συγκεκριμένος όγκος αποτελεί τον τρίτο χαμηλότερο που έχει καταγραφεί ιστορικά, με τη χαμηλότερη επίδοση να παραμένει εκείνη της περιόδου 2023/2024, όταν η ελληνική παραγωγή είχε περιοριστεί στα 1.379.433 hl.
Μικρή αύξηση 1,31% σε σχέση με πέρυσι
Η πρώτη εκτίμηση, η οποία βασίζεται στις προβλέψεις των Διευθύνσεων Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ), δείχνει ότι η φετινή παραγωγή είναι αυξημένη κατά 1,31% σε σχέση με την περίοδο 2025/2026, όταν είχαν παραχθεί 1.645.666 hl οίνου.
Παρά τη μικρή αυτή ανάκαμψη, η συνολική εικόνα παραμένει εξαιρετικά πιεσμένη. Για ακόμη μία χρονιά, οι ποσότητες που παράγει ο ελληνικός αμπελώνας κινούνται σε επίπεδα που δυσκολεύουν την κάλυψη των αναγκών της εσωτερικής αγοράς και δημιουργούν προβλήματα στη λειτουργία των οινοποιητικών επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η πτώση των τιμών των οινοστάφυλων, η οποία, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, κυμαίνεται μεταξύ 30% και 60%.
Σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας, η ελληνική οινοπαραγωγή εμφανίζεται επίσης μειωμένη κατά 7,89%.
Παγετοί και συρρίκνωση των αμπελώνων πιέζουν την παραγωγή
Βασική αιτία για τη χαμηλή παραγωγή αποτελούν τα ακραία καιρικά φαινόμενα, με σημαντικότερη επίδραση να έχουν οι παγετοί της άνοιξης, οι οποίοι προκάλεσαν σοβαρές επιπτώσεις σε πολλές αμπελουργικές περιοχές.
Ωστόσο, η μείωση της παραγωγής δεν συνδέεται αποκλειστικά με τις καιρικές συνθήκες. Καθοριστικό ρόλο παίζει και η συνεχής μείωση των καλλιεργούμενων αμπελουργικών εκτάσεων στη χώρα.
Η απόσταση από τα επίπεδα προηγούμενων δεκαετιών είναι πλέον εντυπωσιακή. Την εικοσαετία 1993-2013, η μέση ελληνική οινοπαραγωγή διαμορφωνόταν περίπου στα 3.577.000 hl, δηλαδή σε επίπεδα υπερδιπλάσια από τη σημερινή παραγωγή.
Οι μεταβολές ανά κατηγορία οίνου
Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών οίνων σε σύγκριση με την περίοδο 2025/2026.
| Κατηγορία οίνου | Μεταβολή παραγωγής |
|---|---|
| Οίνοι με ΠΟΠ | +14,97% |
| Οίνοι με ΠΓΕ | -12,71% |
| Ποικιλιακοί οίνοι | -30,42% |
| Οίνοι χωρίς ΓΕ | +17,8% |
Τη μεγαλύτερη υποχώρηση παρουσιάζουν οι ποικιλιακοί οίνοι, με πτώση της παραγωγής κατά 30,42%, ενώ σημαντική μείωση κατά 12,71% καταγράφεται και στους οίνους με Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη (ΠΓΕ).
Αντίθετα, αύξηση 14,97% εμφανίζουν οι οίνοι Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), ενώ οι οίνοι χωρίς γεωγραφική ένδειξη ενισχύονται κατά 17,8%.
Στο 62,18% της παραγωγής οι λευκοί οίνοι
Από την επεξεργασία των στοιχείων από την ΚΕΟΣΟΕ προκύπτει ότι οι λευκοί οίνοι εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής.
Αναλυτικά:
| Κατηγορία | Ερυθροί και Ροζέ (hl) | Λευκοί (hl) | Σύνολο (hl) |
|---|---|---|---|
| Οίνοι ΠΟΠ | 82.032 | 73.028 | 155.060 |
| Οίνοι ΠΓΕ | 154.985 | 204.684 | 359.669 |
| Οίνοι χωρίς ΓΕ | 80.396 | 116.268 | 196.664 |
| Γλεύκη | 312.767 | 642.528 | 955.295 |
| Σύνολο | 630.180 | 1.036.508 | 1.666.688 |
Στο σύνολο της οινοπαραγωγής, οι λευκοί οίνοι αντιπροσωπεύουν το 62,18%, με παραγωγή 1.036.508 hl, ενώ οι ερυθροί, ροζέ και λοιποί οίνοι ανέρχονται στα 630.180 hl, αντιστοιχώντας περίπου στο 37,8% της συνολικής παραγωγής.
Μείωση περίπου 40% της ελληνικής οινοπαραγωγής από το 1990
Η μακροχρόνια εξέλιξη της παραγωγής επιβεβαιώνει τη σταδιακή συρρίκνωση του ελληνικού αμπελοοινικού τομέα.
Με βάση τα διαχρονικά δεδομένα για την περίοδο 1990-2026, η ελληνική οινοπαραγωγή έχει μειωθεί κατά περίπου 40% σε όρους μέσων επιπέδων παραγωγής, γεγονός που αναδεικνύει τόσο τις επιπτώσεις της κλιματικής μεταβλητότητας όσο και τη συνεχή υποχώρηση των αμπελουργικών εκτάσεων.
Η διατήρηση της παραγωγής σε ιστορικά χαμηλές ζώνες για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά ενισχύει πλέον τον προβληματισμό για τη δυνατότητα του ελληνικού αμπελώνα να ανταποκριθεί στις ανάγκες της αγοράς και για τη μελλοντική βιωσιμότητα τόσο των αμπελουργικών εκμεταλλεύσεων όσο και των οινοποιείων.