Νέες καταγγελίες για τη διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων φέρνει στο προσκήνιο ο κτηνοτρόφος Θωμάς Μόσχος, ο οποίος υποστηρίζει ότι κατά τις φετινές πληρωμές της ΑΑΔΕ καταβλήθηκαν επιδοτήσεις με βάση τις περσινές δηλώσεις ζωικού κεφαλαίου, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα επικαιροποιημένα στοιχεία της πραγματικής απογραφής.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, επιδοτήσεις αποδόθηκαν για περισσότερα από 16 εκατομμύρια αιγοπρόβατα, ενώ τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) καταγράφουν περίπου 10 εκατομμύρια ζώα στη χώρα. Εφόσον οι καταγγελίες αυτές επιβεβαιωθούν, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και για την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών.
Οι καταγγελίες του Θωμά Μόσχου
Ο κτηνοτρόφος κάνει λόγο για συνέχιση ενός προβληματικού συστήματος πληρωμών, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:
«Το πάρτι με τον ΟΠΕΚΕΠΕ συνεχίζεται κανονικά. Φέτος πλήρωσαν επιδοτήσεις με βάση τις περσινές δηλώσεις. Κι ενώ διαλαλούσαν ότι καθάρισαν με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, πλήρωσαν 16 εκατομμύρια αιγοπρόβατα, όταν η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ βγαίνει και λέει ότι έχουμε περίπου 10.»
Οι δηλώσεις αυτές αποτυπώνουν τον προβληματισμό που επικρατεί σε μεγάλο μέρος του κτηνοτροφικού κόσμου σχετικά με την αξιοπιστία των διαδικασιών ελέγχου και την κατανομή των ενισχύσεων.
Ποια είναι η σημασία της διαφοράς στους αριθμούς
Η απόκλιση μεταξύ των καταγγελλόμενων πληρωμών και του επίσημα καταγεγραμμένου ζωικού κεφαλαίου, εφόσον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική διαφορά.
Οι πιθανές συνέπειες περιλαμβάνουν:
- μειωμένες ενισχύσεις για τους πραγματικούς παραγωγούς,
- στρέβλωση του ανταγωνισμού στον πρωτογενή τομέα,
- αναποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων,
- απώλεια εμπιστοσύνης προς τους μηχανισμούς ελέγχου και διαχείρισης των αγροτικών επιδοτήσεων.
Για τους επαγγελματίες της κτηνοτροφίας, κάθε ευρώ ενίσχυσης αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την κάλυψη του αυξημένου κόστους ζωοτροφών, ενέργειας και μεταφορών.
Οι παραγωγοί κάνουν λόγο για οικονομική ασφυξία
Ο Θωμάς Μόσχος συνδέει τις καταγγελίες του με τη δύσκολη κατάσταση που βιώνουν χιλιάδες κτηνοτρόφοι σε ολόκληρη τη χώρα.
Όπως αναφέρει:
«Οικογένειες έχουν φαλιρίσει, έχουν καταστραφεί οικονομικά, και όλα τα γαλακτοκομικά έχουν ανέβει στο Θεό και θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν.»
Οι παραγωγοί επισημαίνουν ότι η αύξηση του κόστους παραγωγής, σε συνδυασμό με τη μείωση των πραγματικών ενισχύσεων, περιορίζει σημαντικά τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεών τους.
Το παράδειγμα της νησιωτικής κτηνοτροφίας
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Λέσβο, όπου –σύμφωνα με τον κ. Μόσχο– οι κτηνοτρόφοι συνεχίζουν να παράγουν υπό ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες.
Όπως υποστηρίζει:
«Άνθρωποι δουλεύουν μέσα στην ξέρα και στα βράχια και κατάφεραν χωρίς καμία απολύτως στήριξη από την κυβέρνηση να παράγουν γάλα από την πέτρα, ώστε να μη μείνει ο τόπος τους έρημος.»
Η συγκεκριμένη αναφορά αναδεικνύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί των νησιωτικών περιοχών, όπου το κόστος παραγωγής είναι σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με την ηπειρωτική Ελλάδα.
Ζητούνται απαντήσεις και πλήρης διαφάνεια
Οι καταγγελίες αυτές αναμένεται να προκαλέσουν νέο κύκλο συζήτησης γύρω από τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ νυν ΑΑΔΕ και τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι διασταυρωτικοί έλεγχοι πριν από την καταβολή των κοινοτικών ενισχύσεων.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί αποτελούν καταγγελίες του κτηνοτρόφου Θωμά Μόσχου και απαιτείται η επίσημη τοποθέτηση των αρμόδιων αρχών, καθώς και τυχόν έλεγχοι που θα επιβεβαιώσουν ή θα διαψεύσουν τα στοιχεία που παρουσιάζονται.
Η διασφάλιση ότι οι ευρωπαϊκές ενισχύσεις καταλήγουν στους πραγματικούς δικαιούχους αποτελεί βασική προϋπόθεση τόσο για τη στήριξη της ελληνικής κτηνοτροφίας όσο και για την αξιοπιστία του συστήματος διαχείρισης των κοινοτικών πόρων.
