Στη ΔΕΘ, τόσο ο Αλέξης Τσίπρας όσο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκαν στον πρωτογενή τομέα, παρουσιάζοντας προτάσεις και μέτρα για την αγροτική παραγωγή. Ωστόσο, ο Πανλαρισαϊκός Αγροκτηνοτροφικός Σύλλογος ασκεί κριτική στις πολιτικές εξαγγελίες, υπογραμμίζοντας ότι οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι χρειάζονται άμεσα αποτελέσματα και όχι νέες υποσχέσεις.
Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε το δικό του σχέδιο για τη γεωργία, κάνοντας λόγο για νέα αγροτική πολιτική, καλύτερη διαχείριση του νερού, αξιοποίηση της γης, ενίσχυση των συνεταιρισμών και αντιμετώπιση των «ελληνοποιήσεων». Παράλληλα, αναφέρθηκε σε συμβόλαια παραγωγής και στην ανάγκη καλύτερης οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής, ενώ πρότεινε ακόμη και τη μεταφορά του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης στη Λάρισα.
Από την πλευρά του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε τον πρωτογενή τομέα «κεντρική προτεραιότητα» και «προσωπικό στοίχημα», ανακοινώνοντας φορολογικές ελαφρύνσεις για τους αγρότες και μέτρα για το αγροτικό ρεύμα. Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι στον πρωτογενή τομέα «έχουμε μείνει πίσω».
Η απάντηση των αγροτών και των κτηνοτρόφων
Ο Πανλαρισαϊκός Αγροκτηνοτροφικός Σύλλογος επισημαίνει ότι οι παραγωγοί δεν μπορούν να αξιολογήσουν τις πολιτικές δυνάμεις με βάση τις ομιλίες και τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ.
«Ο αγρότης δεν ζει στη ΔΕΘ. Δεν καλλιεργεί σε προεκλογικά προγράμματα. Δεν ταΐζει τα ζώα του με εξαγγελίες», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σύλλογος, περιγράφοντας την καθημερινότητα των παραγωγών που καλούνται να αντιμετωπίσουν το αυξημένο κόστος παραγωγής, τις τιμές, το ενεργειακό κόστος και τις ζημιές στην παραγωγή.
Όπως σημειώνει, το ζήτημα δεν είναι ποιος πολιτικός κάνει την καλύτερη ομιλία για τον αγρότη, αλλά το γεγονός ότι εδώ και χρόνια ο πρωτογενής τομέας συρρικνώνεται.
Με αφορμή την παραδοχή του πρωθυπουργού ότι «έχουμε μείνει πίσω», ο Σύλλογος θέτει το ερώτημα: «Ποιος κυβέρνησε τόσα χρόνια ενώ μέναμε πίσω;».
Παράλληλα, σχολιάζει την αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στον πρωτογενή τομέα ως «προσωπικό στοίχημα», υπογραμμίζοντας ότι για τους παραγωγούς η καθημερινότητα δεν αποτελεί στοίχημα, αλλά αφορά τη δουλειά, το εισόδημα και το μέλλον των οικογενειών τους.
Ο Σύλλογος ασκεί κριτική και στον Αλέξη Τσίπρα, σημειώνοντας ότι οι αγρότες έχουν ακούσει πολλές φορές για «ανασυγκρότηση», «στήριξη» και «νέες πολιτικές». Αυτό που, όπως υποστηρίζει, δεν έχουν δει στον βαθμό που απαιτείται είναι μια σταθερή πολιτική που θα επιτρέπει στον παραγωγό να ζει πραγματικά από την παραγωγή του.
Στο επίκεντρο το κόστος παραγωγής
Το μήνυμα του Πανλαρισαϊκού Αγροκτηνοτροφικού Συλλόγου προς τα δύο πολιτικά πρόσωπα είναι ξεκάθαρο: «Δεν θα σας κρίνουμε από τα λόγια. Θα σας κρίνουμε από το αποτέλεσμα».
Ο Σύλλογος καλεί όσους θέλουν να μιλήσουν για τον πρωτογενή τομέα να τοποθετηθούν συγκεκριμένα για:
- το κόστος παραγωγής,
- τις τιμές στο χωράφι και στο μαντρί,
- το αγροτικό ρεύμα και το πετρέλαιο,
- το νερό και τα αρδευτικά έργα,
- τον ΕΛΓΑ και τις πραγματικές αποζημιώσεις,
- την κτηνοτροφία και τη διατήρηση του ζωικού κεφαλαίου,
- τις ελληνοποιήσεις και την αισχροκέρδεια στην αγορά,
- τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τη διαφάνεια,
- την παραμονή των νέων αγροτών στο επάγγελμα,
- τη δυνατότητα των νέων κτηνοτρόφων να διατηρήσουν τα κοπάδια τους.
«Εκεί θα σας ακούσουμε», τονίζει ο Σύλλογος, υποστηρίζοντας ότι εκεί βρίσκεται η πραγματική εικόνα της ελληνικής υπαίθρου.
«Δεν είμαστε παράρτημα κανενός κόμματος»
Ο Πανλαρισαϊκός Αγροκτηνοτροφικός Σύλλογος ξεκαθαρίζει παράλληλα την πολιτική του αυτονομία, δηλώνοντας ότι «δεν είναι παράρτημα κανενός κόμματος», δεν χρωστά πολιτικές χάρες και δεν χαρίζει ψήφους.
Όπως αναφέρει, δεν πρόκειται να «χειροκροτήσει κανέναν επειδή θυμήθηκε τον αγρότη στη ΔΕΘ», αλλά θα θεωρήσει θετικό αποτέλεσμα μόνο όταν ο αγρότης μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του.
«Μέχρι τότε, θα είμαστε απέναντι σε κάθε κυβέρνηση, σε κάθε αντιπολίτευση και σε κάθε πολιτικό που θυμάται τον πρωτογενή τομέα όταν χρειάζεται την ψήφο μας», σημειώνει.
Το βασικό αίτημα των αγροτών και των κτηνοτρόφων, σύμφωνα με τον Σύλλογο, δεν είναι να τους «σώσει» κάποιος, αλλά να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται και να ζουν από την παραγωγή τους.
«Και αυτό δεν είναι προνόμιο. Είναι δικαίωμα», καταλήγει.