Σε επίπεδα-ρεκόρ έφτασαν οι εισαγωγές εσπεριδοειδών στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τρίτες χώρες κατά την εμπορική περίοδο 2025/2026. Από τον Σεπτέμβριο του 2025 έως και τον Μάιο του 2026, οι εισαγωγές ανήλθαν σε 1.572.564 τόνους, σημειώνοντας αύξηση 15% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο της προηγούμενης εμπορικής περιόδου.
Πρώτη η Νότια Αφρική
Στο σύνολο της εξεταζόμενης περιόδου, η Νότια Αφρική παρέμεινε ο μεγαλύτερος προμηθευτής εσπεριδοειδών της ΕΕ από τρίτες χώρες, καλύπτοντας το 31,4% των εισαγωγών. Οι αποστολές της ήταν κατά 27,8% υψηλότερες από τον μέσο όρο των προηγούμενων πέντε εμπορικών περιόδων.
Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Αίγυπτος, η οποία ενισχύει σταθερά την παρουσία της στην ευρωπαϊκή αγορά. Οι εξαγωγές της προς την ΕΕ ήταν κατά 31% υψηλότερες από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας, κυρίως λόγω των αυξημένων ποσοτήτων πορτοκαλιών και μικρών εσπεριδοειδών. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιό της αυξήθηκε κατά 3,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Η Τουρκία κατέλαβε την τρίτη θέση, με τις αποστολές της να βρίσκονται κατά 0,9% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της πενταετίας. Η αύξηση των εξαγωγών μικρών εσπεριδοειδών δεν κατάφερε να αντισταθμίσει τη μείωση στις εξαγωγές λεμονιών.
Στην τέταρτη θέση βρέθηκε το Μαρόκο, με τις αποστολές του προς την ευρωπαϊκή αγορά να καταγράφουν αύξηση 7,3% σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας.
Η Αίγυπτος κυριαρχεί το 2026
Ακόμη πιο έντονη είναι η τάση κατά τους πρώτους πέντε μήνες του 2026. Από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο, η ΕΕ εισήγαγε 841.256 τόνους εσπεριδοειδών από τρίτες χώρες, ποσότητα αυξημένη κατά 23,4% σε σχέση με το ίδιο διάστημα του 2025 και κατά 22,9% έναντι του μέσου όρου της περιόδου 2021-2025.
Η Αίγυπτος αντιπροσώπευσε το 50,5% των εισαγωγών, αυξάνοντας τις αποστολές της κατά 30,4%, κυρίως χάρη στις μεγαλύτερες ποσότητες πορτοκαλιών. Η Τουρκία ακολούθησε με μερίδιο 18,8% και αύξηση αποστολών κατά 22,7%, ενώ το Μαρόκο αύξησε τις εξαγωγές του κατά 14,7%.
Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στο τελευταίο δελτίο ενισχυμένης παρακολούθησης των εισαγωγών οπωροκηπευτικών του ισπανικού υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων (MAPA), με την ανάλυση να βασίζεται σε δεδομένα της Eurostat, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των τελωνειακών αρχών.