Με συγκρατημένη αισιοδοξία αντιμετωπίζει το ΙΝΚΑ Θεσσαλίας την εφαρμογή μειωμένων τιμών σε περισσότερους από 1.700 κωδικούς προϊόντων στα σούπερ μάρκετ. Ο πρόεδρος του φορέα, Βασίλης Κόκκαλης, αναγνωρίζει ότι κάθε πραγματική μείωση αποτελεί θετική εξέλιξη για τους καταναλωτές, επισημαίνει όμως ότι η επιτυχία του μέτρου θα κριθεί στην πράξη και όχι στις ανακοινώσεις.
Μιλώντας στην εκπομπή «10 Παντού» του OPEN, ο κ. Κόκκαλης εξέφρασε την ευχή οι νέες τιμές να μεταφραστούν σε ουσιαστική ελάφρυνση για τα νοικοκυριά. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι καταναλωτές έχουν λόγους να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη κάθε εξαγγελία που αφορά το κόστος των καθημερινών αγορών, καθώς έχουν προηγηθεί μακρά περίοδος ανατιμήσεων και σημαντική επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Το πρώτο ερώτημα: πόσο δεσμευτική είναι η συμφωνία;
Η βασικότερη ένσταση που διατύπωσε αφορά τον εθελοντικό χαρακτήρα της πρωτοβουλίας.
Όπως ανέφερε, οι επιχειρήσεις συμμετέχουν χωρίς να αναλαμβάνουν μια υποχρέωση που να συνοδεύεται από συγκεκριμένες κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης. Για τον πρόεδρο του ΙΝΚΑ Θεσσαλίας, αυτό περιορίζει τη δυνατότητα ελέγχου της αποτελεσματικότητας του μέτρου και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με τη διάρκειά του.
Η λογική του είναι απλή: διαφορετική βαρύτητα έχει μια επιχειρηματική δέσμευση που βασίζεται στη συμμετοχή και διαφορετική μια ρύθμιση που προβλέπει σαφείς κανόνες, υποχρεώσεις και συνέπειες.
Ο ίδιος μάλιστα άσκησε ευρύτερη κριτική στην επιλογή της εθελοντικής συνεργασίας μεταξύ κυβέρνησης και αγοράς, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να ερμηνευθεί ως περιορισμένη δυνατότητα ή βούληση για πιο άμεση ρυθμιστική παρέμβαση.
Το κρίσιμο στοιχείο που λείπει από το ράφι
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η δεύτερη παρατήρηση του ΙΝΚΑ Θεσσαλίας: ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να ελέγχει μόνος του εάν η αναγραφόμενη «μειωμένη τιμή» αποτελεί πράγματι σημαντική μείωση. Σήμερα, η ειδική σήμανση που συνοδεύει τα προϊόντα της πρωτοβουλίας ενημερώνει τον shopper για την τρέχουσα τιμή. Το ερώτημα είναι όμως σε σχέση με ποια τιμή έγινε η μείωση.
Για να υπάρχει πραγματική διαφάνεια, υποστηρίζει ο κ. Κόκκαλης, θα έπρεπε ο καταναλωτής να βλέπει καθαρά και τις δύο τιμές: την προηγούμενη και τη νέα.
Για παράδειγμα: Πριν: 6 ευρώ → Τώρα: 5 ευρώ
Με αυτόν τον τρόπο, η μείωση δεν θα αποτελούσε απλώς έναν ισχυρισμό στη σήμανση του προϊόντος, αλλά ένα μέγεθος που ο πολίτης θα μπορούσε να αξιολογήσει άμεσα.
Γιατί η προηγούμενη τιμή έχει σημασία
Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο το ύψος της έκπτωσης. Αφορά και την εμπιστοσύνη. Ένας καταναλωτής που βλέπει μόνο την τελική τιμή δεν μπορεί εύκολα να γνωρίζει εάν πρόκειται για ουσιαστική μείωση, για μια μικρή προσαρμογή ή για τιμή που είχε προηγουμένως αυξηθεί και στη συνέχεια υποχώρησε.
Η αναγραφή της προηγούμενης τιμής θα έδινε ένα σαφές σημείο αναφοράς και θα επέτρεπε στον καταναλωτή να κάνει τη σύγκριση χωρίς να χρειάζεται να θυμάται πόσο κόστιζε το προϊόν σε προηγούμενη επίσκεψη στο κατάστημα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των βασικών αγαθών αποτελούν καθημερινό ζήτημα για τα νοικοκυριά.
Οι 1.700 κωδικοί δεν αρκούν από μόνοι τους
Το ΙΝΚΑ Θεσσαλίας θέτει έτσι ένα διαφορετικό κριτήριο αξιολόγησης της πρωτοβουλίας. Δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία μόνο πόσοι κωδικοί εντάχθηκαν στο μέτρο. Σημασία έχει εάν οι μειώσεις είναι πραγματικές, μετρήσιμες και διατηρήσιμες.
Το τελικό τεστ θα γίνει στο ταμείο. Εάν ο καταναλωτής διαπιστώσει ότι το συνολικό κόστος του καλαθιού μειώνεται αισθητά και ότι οι χαμηλότερες τιμές παραμένουν για ικανό χρονικό διάστημα, τότε η πρωτοβουλία θα έχει πετύχει τον βασικό της στόχο.
Εάν, αντίθετα, οι μειώσεις αποδειχθούν περιορισμένες ή βραχύβιες, τότε ο αριθμός των προϊόντων που συμμετέχουν δεν θα αποτελεί από μόνος του επαρκή ένδειξη επιτυχίας.
Η επόμενη ημέρα θα κρίνει το μέτρο
Η θέση του ΙΝΚΑ Θεσσαλίας συνοψίζεται σε μια επιφυλακτική στάση: οι μειώσεις είναι ευπρόσδεκτες, αλλά χρειάζεται δυνατότητα ελέγχου και διαφάνεια. Ο Βασίλης Κόκκαλης δεν αμφισβητεί την αξία μιας πραγματικής μείωσης τιμών. Ζητά, όμως, ο καταναλωτής να έχει τα εργαλεία για να διαπιστώνει μόνος του τι κερδίζει.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς να εμφανίζεται μια νέα χαμηλότερη τιμή στο ράφι. Είναι να μπορεί ο πολίτης να γνωρίζει πόσο μειώθηκε, από ποια τιμή μειώθηκε και για πόσο θα παραμείνει μειωμένη.
Αυτά τα τρία στοιχεία θα αποτελέσουν, τελικά, το πραγματικό μέτρο αξιολόγησης της πρωτοβουλίας.