Η εξέλιξη των κρουσμάτων ευλογιάς των αιγοπροβάτων μέσα στον Αύγουστο δημιουργεί νέα και ιδιαίτερα σοβαρά δεδομένα για την ελληνική κτηνοτροφία. Παρά τα μέτρα που έχει ανακοινώσει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η εμφάνιση νέων εστιών δείχνει ότι η νόσος εξακολουθεί να κυκλοφορεί και να απειλεί την παραγωγική βάση του κλάδου.
Στις 12 Αυγούστου, η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής του ΥπΑΑΤ δήλωσε στο WAHIS, το Παγκόσμιο Σύστημα Πληροφόρησης για την Υγεία των Ζώων, 10 νέες εστίες ευλογιάς στην Ελλάδα. Η εικόνα όμως δεν σταμάτησε εκεί. Στις 24 Αυγούστου ακολούθησε νέα ενημέρωση προς το WAHIS για 7 επιπλέον εστίες, μεταξύ των οποίων και τρεις νέες εστίες στην Περιφερειακή Ενότητα Πρέβεζας.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει μεγαλύτερη σημασία από τον απλό αριθμό των νέων κρουσμάτων. Δείχνει ότι, παρά τις προσπάθειες περιορισμού της νόσου, η ευλογιά δεν έχει τεθεί υπό ουσιαστικό έλεγχο σε πανελλαδικό επίπεδο. Η εμφάνιση νέων εστιών σε διαφορετικές περιοχές σημαίνει ότι το πρόβλημα παραμένει ενεργό και ότι ο κίνδυνος για νέες απώλειες ζωικού κεφαλαίου εξακολουθεί να είναι υπαρκτός.
Για τους κτηνοτρόφους, το ζήτημα δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση των σημερινών κρουσμάτων. Αφορά κυρίως το αν μπορεί να υπάρξει πραγματική επιστροφή στην παραγωγική κανονικότητα. Η ανασύσταση των κοπαδιών προϋποθέτει ένα περιβάλλον στο οποίο ο κίνδυνος επανεμφάνισης της νόσου θα έχει περιοριστεί σε επίπεδο που να επιτρέπει την ασφαλή επανεκκίνηση της αιγοπροβατοτροφίας.
Με βάση όσα έχει αναφέρει το ίδιο το ΥπΑΑΤ, η ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου μπορεί να ξεκινήσει όταν παρέλθει εξάμηνο από το τελευταίο κρούσμα ευλογιάς σε πανελλαδικό επίπεδο. Επομένως, κάθε νέα εστία δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη περιστατικό που προστίθεται στη στατιστική εικόνα της νόσου. Επηρεάζει άμεσα και το χρονοδιάγραμμα επιστροφής των κτηνοτρόφων στην παραγωγή.
Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο της σημερινής κατάστασης. Όσο συνεχίζονται οι νέες δηλώσεις εστιών, το εξάμηνο ουσιαστικά δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σε εθνικό επίπεδο. Κατά συνέπεια, η διαδικασία ανασύστασης των κοπαδιών παραμένει σε αναμονή.
Για έναν κτηνοτρόφο που έχει ήδη χάσει το κοπάδι του, η καθυστέρηση αυτή δεν είναι μια θεωρητική διοικητική διαδικασία. Σημαίνει παρατεταμένη αδυναμία επιστροφής στην παραγωγή, απώλεια εισοδήματος, αβεβαιότητα για το μέλλον της εκμετάλλευσης και διαρκή αναμονή για το πότε θα μπορέσει να ξαναδημιουργήσει το ζωικό του κεφάλαιο.
Η εικόνα του Αυγούστου, επομένως, δημιουργεί εύλογο προβληματισμό για το κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη ο σχεδιασμός για την ανασύσταση της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας. Οι νέες εστίες δείχνουν ότι το πρόβλημα παραμένει ενεργό, ενώ κάθε νέο κρούσμα μεταθέτει ακόμη περισσότερο την προοπτική επανεκκίνησης για τους παραγωγούς που έχουν πληγεί.
Το βασικό ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η ανακοίνωση μέτρων, αλλά η αποτελεσματικότητα των μέτρων στην πράξη. Η κτηνοτροφία χρειάζεται μια σαφή εικόνα για το πότε και με ποιες προϋποθέσεις θα μπορέσει να ανασυστήσει το ζωικό της κεφάλαιο. Χωρίς ουσιαστικό περιορισμό της νόσου και χωρίς ένα καθαρό χρονικό ορόσημο, η ανασύσταση παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.
Τα νέα κρούσματα του Αυγούστου, και ιδιαίτερα η εμφάνιση νέων εστιών στην Πρέβεζα, ενισχύουν την εκτίμηση ότι η ευλογιά των αιγοπροβάτων δεν έχει ακόμη κλείσει τον κύκλο της στη χώρα. Και όσο αυτό συμβαίνει, η πολυαναμενόμενη επιστροφή των πληγέντων κτηνοτρόφων στην παραγωγή απομακρύνεται.