Σφοδρή κριτική για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο αφθώδης πυρετός ασκεί το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, θέτοντας στο επίκεντρο τη στελέχωση και τη λειτουργία των δημόσιων Κτηνιατρικών Υπηρεσιών.
Με αφορμή την απόφαση για μεταφορά του επιχειρησιακού συντονισμού της αντιμετώπισης της νόσου στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη επιλογή δεν αντιμετωπίζει την ουσία του προβλήματος.
Όπως επισημαίνει, το βασικό ζήτημα είναι η διαχρονική αποδυνάμωση των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών, οι οποίες καλούνται να διαχειριστούν μία ιδιαίτερα σοβαρή επιζωοτία με περιορισμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Η Λέσβος στο επίκεντρο της κρίσης
Η κατάσταση στη Λέσβο αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς στην παρέμβαση του Επιμελητηρίου.
Σύμφωνα με το ΓΕΩΤ.Ε.Ε., η παρουσία και η εξάπλωση της νόσου στο νησί ανέδειξαν τις αδυναμίες του μηχανισμού αντιμετώπισης και δημιούργησαν πρόσθετη πίεση στις υπηρεσίες που έχουν την ευθύνη για την επιτήρηση και τον περιορισμό της ζωονόσου. Το Επιμελητήριο υποστηρίζει ότι οι προειδοποιήσεις των γεωτεχνικών φορέων για την ανάγκη ενίσχυσης των υπηρεσιών είχαν διατυπωθεί επανειλημμένα πριν από την επιδείνωση της κατάστασης.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η στελέχωση των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών.
Οι κτηνίατροι των Περιφερειών και των αρμόδιων υπηρεσιών έχουν κρίσιμο ρόλο στην επιτήρηση των ζωονόσων, στη διερεύνηση ύποπτων περιστατικών, στη λήψη μέτρων και στην εφαρμογή των προβλεπόμενων υγειονομικών πρωτοκόλλων. Όταν το διαθέσιμο προσωπικό δεν επαρκεί, η δυνατότητα άμεσης αντίδρασης περιορίζεται.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια επιζωοτία όπως ο αφθώδης πυρετός, όπου η ταχύτητα εντοπισμού και αντιμετώπισης ενός κρούσματος μπορεί να επηρεάσει την εξάπλωση της νόσου και τις οικονομικές απώλειες για την κτηνοτροφία.
Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. χαρακτηρίζει τη μεταφορά του επιχειρησιακού συντονισμού ως ένδειξη αδυναμίας του υφιστάμενου μηχανισμού. Η βασική θέση του Επιμελητηρίου είναι ότι η αντιμετώπιση μιας κτηνιατρικής κρίσης απαιτεί πρώτα από όλα ισχυρές και επαρκώς στελεχωμένες κτηνιατρικές υπηρεσίες.
Η συμμετοχή άλλων κρατικών δομών μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά σε μια κρίση, όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει την επιστημονική και θεσμική αρμοδιότητα των κτηνιατρικών υπηρεσιών.
Οι προειδοποιήσεις των γεωτεχνικών φορέων
Το Επιμελητήριο υποστηρίζει ότι είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα για τις συνέπειες της αποδυνάμωσης των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών.
Στην παρέμβασή του κάνει λόγο για διαχρονικό πρόβλημα και όχι για μία εξέλιξη που εμφανίστηκε με την πρόσφατη κρίση. Η έλλειψη προσωπικού, σύμφωνα με τη θέση του φορέα, δεν επηρεάζει μόνο τη διαχείριση μιας συγκεκριμένης ζωονόσου. Επηρεάζει συνολικά την ικανότητα του κράτους να προλαμβάνει και να διαχειρίζεται κρίσεις στον τομέα της ζωικής παραγωγής.
Ο ρόλος των δημόσιων κτηνιάτρων δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση μιας επιζωοτίας όταν αυτή έχει ήδη εκδηλωθεί. Οι υπηρεσίες συμμετέχουν στην επιτήρηση του ζωικού κεφαλαίου, στους ελέγχους, στην εφαρμογή μέτρων βιοασφάλειας και στην προστασία της δημόσιας υγείας.
Παράλληλα, η αποτελεσματική κτηνιατρική επιτήρηση αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της αξιοπιστίας της ελληνικής ζωικής παραγωγής και τη διακίνηση ζωικών προϊόντων.
Μια σοβαρή ζωονόσος μπορεί να δημιουργήσει επιπτώσεις πολύ πέρα από τις εκμεταλλεύσεις στις οποίες εντοπίζονται κρούσματα.
Οι επιπτώσεις για τους κτηνοτρόφους
Για τον κτηνοτρόφο, μια επιζωοτία μεταφράζεται σε άμεσο οικονομικό κίνδυνο. Τα περιοριστικά μέτρα μπορούν να επηρεάσουν τη μετακίνηση ζώων, τις εμπορικές δραστηριότητες και τη λειτουργία της εκμετάλλευσης. Σε περίπτωση υποχρεωτικών θανατώσεων, οι απώλειες μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερες.
Παράλληλα, η αποκατάσταση μιας μονάδας μετά από σοβαρή ζωονόσο δεν είναι άμεση διαδικασία. Απαιτείται χρόνος, κεφάλαιο και ένα οργανωμένο σχέδιο επαναφοράς της παραγωγής.
Για τον λόγο αυτό, η πρόληψη και η έγκαιρη αντιμετώπιση έχουν ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική αξία.
Η επόμενη ημέρα για την κτηνιατρική επιτήρηση
Η κρίση του αφθώδους πυρετού επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ευρύτερο ερώτημα για την ανθεκτικότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας.
Η προστασία του ζωικού κεφαλαίου δεν εξαρτάται μόνο από τις αποζημιώσεις μετά από μια καταστροφή. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα του κράτους να εντοπίζει γρήγορα τις απειλές και να περιορίζει την εξάπλωσή τους.
Η ενίσχυση των δημόσιων Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, η επαρκής στελέχωση και η αξιοποίηση σύγχρονων εργαλείων επιτήρησης αποτελούν, επομένως, κρίσιμες προϋποθέσεις για την προστασία της ελληνικής κτηνοτροφίας.
Το μήνυμα που προκύπτει από την παρέμβαση του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. είναι σαφές: η διαχείριση μιας ζωονόσου δεν ξεκινά όταν εμφανιστεί το πρώτο κρούσμα, αλλά πολύ νωρίτερα, με έναν λειτουργικό και επαρκώς στελεχωμένο μηχανισμό πρόληψης και επιτήρησης.