Με μια σαφή αιχμή απέναντι στη λογική των εθελοντικών μειώσεων τιμών παρενέβη στη δημόσια συζήτηση για την ακρίβεια ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ Θεσσαλίας, Βασίλης Κόκκαλης, λίγες ώρες πριν από την έναρξη της Εθνικής Πρωτοβουλίας Μείωσης Τιμών.
Μιλώντας στην εκπομπή «Τώρα Μαζί» του OPEN, ο κ. Κόκκαλης έθεσε στο επίκεντρο ένα ερώτημα που αφορά άμεσα την καθημερινότητα των νοικοκυριών: μπορεί η αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής να στηρίζεται κυρίως στην προαιρετική διάθεση των επιχειρήσεων να περιορίσουν τις τιμές τους;
Η θέση που εξέφρασε ήταν ξεκάθαρη. Η κοινωνική προστασία, όπως υποστήριξε, αποτελεί πρωτίστως ευθύνη της Πολιτείας και δεν μπορεί να εξαρτάται από την καλή πρόθεση ή το επιχειρηματικό «φιλότιμο». Μια επιχείρηση, άλλωστε, λειτουργεί με βασικό στόχο την κερδοφορία. Επομένως, σύμφωνα με τον ίδιο, χρειάζονται ισχυρότεροι μηχανισμοί ελέγχου και μεγαλύτερη διαφάνεια στη λειτουργία της αγοράς.
Το «ταξίδι» της τιμής μέχρι το ράφι
Στην παρέμβαση Κόκκαλη ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αλυσίδα διαμόρφωσης της τελικής τιμής.
Η συζήτηση για το «χωράφι» και το «ράφι» συχνά παρουσιάζεται σαν να αφορά δύο μόνο σημεία: τον παραγωγό και το σούπερ μάρκετ. Στην πραγματικότητα, όμως, μεσολαβούν μια σειρά από στάδια —συσκευασία, τυποποίηση, μεταφορά, χονδρεμπόριο και άλλες εμπορικές δραστηριότητες— που μπορούν να προσθέσουν κόστος πριν ένα προϊόν φτάσει στον καταναλωτή.
Και εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΙΝΚΑ Θεσσαλίας, η ουσία του προβλήματος: αν δεν είναι απολύτως διακριτό πόσο κοστίζει κάθε στάδιο και ποιο περιθώριο προστίθεται σε κάθε κρίκο της αλυσίδας, είναι δύσκολο να εντοπιστεί με ακρίβεια πού διογκώνεται η τελική τιμή.
Η ανάγκη για διαφάνεια δεν αφορά μόνο τους ελέγχους. Αφορά και την ίδια την αξιοπιστία της αγοράς απέναντι στον καταναλωτή. Όταν ο πολίτης βλέπει μια μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην τιμή που λαμβάνει ο παραγωγός και στην τιμή που τελικά πληρώνει στο ταμείο, εύλογα αναρωτιέται ποιοι παράγοντες ευθύνονται για αυτή τη διαφορά.
Όταν ο παραγωγός και ο καταναλωτής βρίσκονται στην ίδια πλευρά
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία της παρέμβασης ήταν η ανάδειξη μιας αντίφασης που συχνά περνά σε δεύτερο πλάνο.
Ο αγρότης μπορεί να διαθέτει την παραγωγή του σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή, ενώ την ίδια στιγμή το ίδιο προϊόν να φτάνει στον καταναλωτή σημαντικά ακριβότερα.
Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως υπογράμμισε ο κ. Κόκκαλης, ούτε ο παραγωγός αισθάνεται ότι αμείβεται δίκαια ούτε ο καταναλωτής ότι αγοράζει σε λογική τιμή.
Αυτό μεταφέρει τη συζήτηση πέρα από το απλοϊκό δίλημμα «παραγωγός εναντίον καταναλωτή». Το πραγματικό ερώτημα είναι τι συμβαίνει στα ενδιάμεσα στάδια και αν η Πολιτεία διαθέτει επαρκή εικόνα για τη διαμόρφωση της τιμής.
Η εθελοντική μείωση και το όριο της
Η Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών στηρίζεται στη συμμετοχή βιομηχανιών, προμηθευτών και αλυσίδων σούπερ μάρκετ, με την αρμόδια Ανεξάρτητη Αρχή να έχει εποπτικό ρόλο.
Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι αν μια τέτοια πρωτοβουλία μπορεί να μετατραπεί σε ουσιαστική και διατηρήσιμη ανακούφιση για τα νοικοκυριά ή αν κινδυνεύει να λειτουργήσει περισσότερο ως προσωρινή παρέμβαση.
Για τον καταναλωτή, η διαφορά δεν είναι θεωρητική. Είναι η απόσταση ανάμεσα σε μια ανακοίνωση για «μειωμένες τιμές» και στο πραγματικό ποσό που πληρώνει κάθε εβδομάδα για τα βασικά αγαθά.
Γι’ αυτό και η παρέμβαση του ΙΝΚΑ Θεσσαλίας θέτει ουσιαστικά ένα ευρύτερο ζήτημα: η μείωση μιας τιμής είναι χρήσιμη, αλλά ακόμη σημαντικότερο είναι να γίνει κατανοητό γιατί η τιμή έφτασε εξαρχής τόσο ψηλά.
Μικροί παραγωγοί με μεγάλες δυσκολίες
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά του κ. Κόκκαλη στους μικρούς παραγωγούς και τους συνεταιρισμούς.
Η πρόσβαση σε επενδυτικά εργαλεία δεν είναι αυτονόητη για όλες τις αγροτικές επιχειρήσεις. Οι απαιτήσεις, τα κριτήρια και η ανάγκη για οργανωτική και οικονομική επάρκεια μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικά εμπόδια για μικρότερες παραγωγικές μονάδες.
Έτσι δημιουργείται ένας ακόμη φαύλος κύκλος: εκείνοι που χρειάζονται περισσότερο εκσυγχρονισμό μπορεί να είναι ταυτόχρονα εκείνοι που δυσκολεύονται περισσότερο να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Από τις επιδοτήσεις στον σχεδιασμό της παραγωγής
Ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ Θεσσαλίας συνέδεσε, τέλος, την ακρίβεια με ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται η αγροτική παραγωγή.
Η πρόταση για ζώνες καλλιέργειας και επιστημονική χαρτογράφηση δεν αφορά απλώς το ποιο προϊόν θα καλλιεργηθεί και πού. Αφορά τη δημιουργία ενός πιο προβλέψιμου παραγωγικού μοντέλου, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις δυνατότητες κάθε περιοχής, τις ανάγκες της αγοράς και τις πραγματικές συνθήκες παραγωγής.
Ένας τέτοιος σχεδιασμός θα μπορούσε να περιορίσει την αποσπασματικότητα και να βοηθήσει στην καλύτερη σύνδεση της αγροτικής παραγωγής με την κατανάλωση.
Το πραγματικό στοίχημα είναι η εμπιστοσύνη
Πίσω από τη συζήτηση για τις τιμές υπάρχει τελικά ένα μεγαλύτερο ζήτημα: η εμπιστοσύνη.
Ο καταναλωτής θέλει να γνωρίζει γιατί πληρώνει όσα πληρώνει. Ο παραγωγός θέλει να ξέρει ότι η δουλειά του αμείβεται με τρόπο που επιτρέπει να συνεχίσει να παράγει. Και η Πολιτεία οφείλει να μπορεί να παρακολουθεί με πραγματικά δεδομένα ολόκληρη την αλυσίδα.
Η παρέμβαση Κόκκαλη, επομένως, δεν περιορίζεται στην κριτική μιας συγκεκριμένης πρωτοβουλίας. Ανοίγει τη συζήτηση για το αν η αντιμετώπιση της ακρίβειας μπορεί να εξαντλείται σε προσωρινές μειώσεις ή αν χρειάζεται βαθύτερη παρέμβαση στη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας, μεγαλύτερη διαφάνεια στα περιθώρια και πιο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός της παραγωγής.
Γιατί όσο ο καταναλωτής βλέπει την τιμή στο ράφι χωρίς να μπορεί να εξηγήσει πώς αυτή διαμορφώθηκε, η συζήτηση για την ακρίβεια θα παραμένει ανοιχτή — ακόμη κι όταν κάποιες τιμές προσωρινά υποχωρούν.