Ο Βασίλης Κόκκαλης θέτει στο επίκεντρο το κόστος από το χωράφι μέχρι το ράφι, την ενέργεια, τα καύσιμα και την αποτελεσματικότητα των ελέγχων στην αγορά
Από την απλή καταγραφή των τιμών στην αναζήτηση των πραγματικών αιτιών που κρατούν το κόστος ζωής σε υψηλά επίπεδα μεταφέρθηκε η συζήτηση για την ακρίβεια, όπως αυτή αναπτύχθηκε στην εκπομπή «Τώρα μαζί» του OPEN.
Ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ Θεσσαλίας, Βασίλης Κόκκαλης, σχολιάζοντας τα ευρήματα έρευνας της Pulse σχετικά με την πλατφόρμα σύγκρισης τιμών «posokanei», υποστήριξε ότι η ενημέρωση του καταναλωτή αποτελεί χρήσιμο εργαλείο, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.
Το βασικό ερώτημα, όπως το έθεσε χαρακτηριστικά, είναι διαφορετικό:
«Το πρόβλημα δεν είναι τόσο στο πόσο κάνει, αλλά γιατί κάνει τόσο».
Η συγκεκριμένη προσέγγιση μετατοπίζει τη συζήτηση από την τελική τιμή στην αλυσίδα που προηγείται αυτής. Για τον καταναλωτή, η δυνατότητα να συγκρίνει δύο προϊόντα ή δύο πρατήρια είναι σημαντική. Ωστόσο, όταν το συνολικό επίπεδο των τιμών παραμένει υψηλό, η επιλογή του φθηνότερου προϊόντος δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Από το χωράφι μέχρι το ράφι το πραγματικό κόστος
Στο επίκεντρο της παρέμβασης του κ. Κόκκαλη βρέθηκε η ανάγκη να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται η τελική τιμή ενός προϊόντος.
Η λογική είναι ότι για να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια δεν αρκεί να παρακολουθείται το τελευταίο στάδιο, δηλαδή η τιμή που βλέπει ο καταναλωτής στο ράφι. Χρειάζεται να εξετάζεται ολόκληρη η διαδρομή: από την παραγωγή και τη μεταποίηση έως τη μεταφορά, την αποθήκευση, τη διανομή και την τελική πώληση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο ενεργειακό κόστος. Η ενέργεια επηρεάζει πολλαπλά την τελική τιμή ενός προϊόντος, καθώς συμμετέχει τόσο στην παραγωγική διαδικασία όσο και στη μεταφορά, την ψύξη, την αποθήκευση και τη λειτουργία των επιχειρήσεων.
Έτσι, ακόμη και όταν υποχωρεί ένας επιμέρους παράγοντας, η τιμή που καταλήγει να πληρώνει ο καταναλωτής μπορεί να παραμένει υψηλή, εφόσον το συνολικό κόστος της αλυσίδας εξακολουθεί να πιέζεται από άλλες πλευρές.
Καύσιμα: Η τιμή στην αντλία και το ερώτημα της φορολογίας
Ξεχωριστό μέρος της συζήτησης αφορούσε τα καύσιμα, με τον πρόεδρο του ΙΝΚΑ Θεσσαλίας να επαναφέρει το αίτημα για παρεμβάσεις στη φορολογία, με αιχμή τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και τον ΦΠΑ.
Όπως ανέφερε, η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών τάσσεται υπέρ παρεμβάσεων στη φορολογία των καυσίμων, σε μια περίοδο κατά την οποία η τιμή της ενέργειας εξακολουθεί να επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην τιμή που εμφανίζεται στην αντλία. Η αύξηση του κόστους των καυσίμων μεταφέρεται σε ολόκληρη την οικονομία, καθώς επηρεάζει τις μεταφορές και, κατ’ επέκταση, το κόστος μετακίνησης αλλά και τη διακίνηση προϊόντων.
Με άλλα λόγια, το καύσιμο δεν αποτελεί μόνο μία ακόμη οικογενειακή δαπάνη. Αποτελεί και έναν παράγοντα που μπορεί να ενσωματωθεί στο κόστος πολλών άλλων αγαθών και υπηρεσιών.
Η διεθνής τιμή του πετρελαίου δεν εξηγεί από μόνη της την εικόνα
Στη συζήτηση τέθηκε επίσης η σχέση ανάμεσα στη διεθνή τιμή του πετρελαίου και στις τιμές που διαμορφώνονται στην ελληνική αγορά καυσίμων.
Η επισήμανση που έγινε είναι ότι οι μεταβολές της τιμής του βαρελιού δεν αποτυπώνονται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο χρόνο στην τελική τιμή που πληρώνει ο οδηγός.
Αυτό ακριβώς δημιουργεί την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαμόρφωση της τιμής: ποιο μέρος της τελικής επιβάρυνσης αντιστοιχεί στη διεθνή τιμή, ποιο στη φορολογία, ποιο στη διύλιση, ποιο στη διακίνηση και ποιο στα περιθώρια των επιμέρους κρίκων της αγοράς;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι σημαντική όχι μόνο για τον καταναλωτή, αλλά και για την αξιοπιστία οποιασδήποτε δημόσιας συζήτησης γύρω από την ακρίβεια.
Πληθωρισμός που υποχωρεί, αλλά τιμές που δεν επιστρέφουν
Ένα ακόμη σημείο που αναδείχθηκε είναι η διαφορά ανάμεσα στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και στην πραγματική εμπειρία των νοικοκυριών.
Η επιβράδυνση του πληθωρισμού δεν σημαίνει ότι οι τιμές επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα. Σημαίνει κυρίως ότι αυξάνονται με βραδύτερο ρυθμό.
Για ένα νοικοκυριό, όμως, η καθημερινή πίεση εξακολουθεί να είναι έντονη όταν οι ήδη αυξημένες τιμές σε βασικές κατηγορίες, όπως τα τρόφιμα και τα ενοίκια, παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Αυτό εξηγεί και γιατί η επίσημη εικόνα ενός χαμηλότερου ρυθμού πληθωρισμού δεν συμβαδίζει πάντοτε με την αίσθηση που έχει ο πολίτης όταν καλείται να πληρώσει το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο, τα καύσιμα και τους λογαριασμούς του.
Το μεγάλο στοίχημα των ελέγχων στην αγορά
Ο Βασίλης Κόκκαλης έθεσε παράλληλα το ζήτημα της λειτουργίας των ελεγκτικών μηχανισμών και της ανάγκης για ένα θεσμικό πλαίσιο που να επιτρέπει αποτελεσματικότερες παρεμβάσεις όταν εντοπίζονται φαινόμενα αισχροκέρδειας.
Η ύπαρξη ελέγχων, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη προσέγγιση, δεν αρκεί εάν δεν συνοδεύεται από σαφείς κανόνες, επαρκείς δυνατότητες παρέμβασης και αποτελεσματική εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων.
Για τον καταναλωτή, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να υπάρχει η δυνατότητα καταγγελίας. Είναι να γνωρίζει ότι, όταν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις στρέβλωσης της αγοράς, ακολουθεί ουσιαστικός έλεγχος και, όπου απαιτείται, επιβάλλονται συγκεκριμένες κυρώσεις.
Από την παρατήρηση της ακρίβειας στην αντιμετώπισή της
Η ουσία της παρέμβασης του προέδρου του ΙΝΚΑ Θεσσαλίας βρίσκεται τελικά στη διάκριση ανάμεσα στην παρακολούθηση των τιμών και στην αντιμετώπιση των αιτιών που τις διατηρούν υψηλές.
Μια πλατφόρμα σύγκρισης τιμών μπορεί να βοηθήσει τον καταναλωτή να κάνει καλύτερες επιλογές. Δεν μπορεί, όμως, να μειώσει από μόνη της το κόστος παραγωγής, να αλλάξει τη φορολογία, να περιορίσει το ενεργειακό κόστος ή να διορθώσει πιθανές στρεβλώσεις στην αγορά.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για την ακρίβεια χρειάζεται να περάσει στο επόμενο επίπεδο. Από το «πού θα βρω φθηνότερα» στο «τι διαμορφώνει την τιμή που πληρώνω».
Γιατί τελικά, όταν οι τιμές των βασικών αγαθών, της στέγασης και της ενέργειας παραμένουν υψηλές, η δυνατότητα του καταναλωτή να συγκρίνει τιμές είναι χρήσιμη — αλλά δεν αποτελεί από μόνη της λύση.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι να γίνει ορατή ολόκληρη η διαδρομή της τιμής: από το χωράφι μέχρι το ράφι και από τη διεθνή αγορά μέχρι την τελική τιμή που πληρώνει ο πολίτης.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό: όχι μόνο πόσο πληρώνουμε, αλλά γιατί πληρώνουμε τόσο.