Στη Βουλή φέρνει το θέμα της εφαρμογής των προγραμμάτων βιολογικής γεωργίας, κτηνοτροφίας και μελισσοκομίας ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Βασίλης Κόκκαλης, ζητώντας αναλυτικά στοιχεία για τις αιτήσεις, τις αποχωρήσεις δικαιούχων και τα δεδομένα που διαθέτει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Στην κοινοβουλευτική του ερώτηση επισημαίνει ότι το καλοκαίρι του 2024 προκηρύχθηκαν τα προγράμματα βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, καθώς και τα οικολογικά σχήματα της νέας ΚΑΠ 2023-2027, προσελκύοντας περισσότερες από 100.000 αιτήσεις.
Όπως αναφέρει, μεταξύ των αιτούντων υπήρξαν πρόσωπα χωρίς ουσιαστική σχέση με την αγροτική παραγωγή, αλλά και παραγωγοί που δεν είχαν πλήρη εικόνα των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η ένταξη στα προγράμματα βιολογικής παραγωγής.
Ο κ. Κόκκαλης συνδέει την υπόθεση με τις εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, υποστηρίζοντας ότι περίπου έναν χρόνο αργότερα χιλιάδες δικαιούχοι αποχώρησαν οικειοθελώς, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εντοπίστηκαν, σύμφωνα με τον ίδιο, παραβάσεις που σχετίζονται με τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, κάτι που δεν επιτρέπεται στο πλαίσιο της βιολογικής καλλιέργειας.
Κατά τον βουλευτή, τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν αδυναμίες στον σχεδιασμό και την εφαρμογή των συγκεκριμένων μέτρων, με συνέπεια να δεσμευτούν σημαντικοί οικονομικοί πόροι που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη στήριξη παραγωγών που πληρούσαν τις προϋποθέσεις συμμετοχής.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει την απένταξη κονδυλίων ύψους 130 εκατομμυρίων ευρώ από τα προγράμματα βιολογικής κτηνοτροφίας και μελισσοκομίας, εκτιμώντας ότι οι συνεπείς βιοκαλλιεργητές, κτηνοτρόφοι και μελισσοκόμοι ήταν εκείνοι που επηρεάστηκαν περισσότερο.
Με την ερώτησή του προς τον αρμόδιο υπουργό, ο πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης ζητά να γνωστοποιηθεί ο συνολικός αριθμός των αιτήσεων που υποβλήθηκαν στα προγράμματα βιολογικής γεωργίας, κτηνοτροφίας και μελισσοκομίας, πόσοι δικαιούχοι αποχώρησαν μέσω των φορέων πιστοποίησης, καθώς και να κατατεθεί η ηλεκτρονική βάση δεδομένων που τηρεί το υπουργείο για τα συγκεκριμένα προγράμματα.
Όπως υπογραμμίζει, η πλήρης δημοσιοποίηση των στοιχείων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διαφάνεια, την αποτύπωση της πραγματικής έκτασης της υπόθεσης και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των παραγωγών και της κοινωνίας.