Το ενδεχόμενο εφαρμογής πιλοτικού προγράμματος για τη στοχευμένη απομάκρυνση του λαγοκέφαλου από τις ελληνικές θάλασσες εξετάζει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, προβλέποντας οικονομική αποζημίωση για τους επαγγελματίες παράκτιους αλιείς που θα συμμετάσχουν στη δράση.
Το σχέδιο που βρίσκεται σε στάδιο επεξεργασίας περιλαμβάνει ένα σύνολο μέτρων για τον περιορισμό της εξάπλωσης του εισβολικού είδους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η επιστημονική παρακολούθηση, η συστηματική καταγραφή των αλιευμάτων, ο εντοπισμός περιοχών αναπαραγωγής και συγκέντρωσης των πληθυσμών, η συνεργασία με ερευνητικά ιδρύματα, η χρήση σύγχρονων ψηφιακών εφαρμογών και η δημιουργία ασφαλών διαδικασιών διαχείρισης της βιομάζας που θα συλλέγεται.
Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο αξιοποιεί την εμπειρία άλλων χωρών της Ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα της Κύπρου, όπου εφαρμόστηκε πρόγραμμα ελεγχόμενης αλίευσης λαγοκέφαλων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η συγκεκριμένη πρακτική μπορεί να μειώσει την πίεση που ασκεί το είδος στα θαλάσσια οικοσυστήματα και να περιορίσει τις ζημιές που υφίστανται οι αλιείς, χωρίς ωστόσο να αποτελεί οριστική λύση.
Όπως ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, ο λαγοκέφαλος δεν αποτελεί μόνο αλιευτικό ζήτημα, αλλά επηρεάζει το εισόδημα των επαγγελματιών του κλάδου, τη βιοποικιλότητα των θαλασσών και τη δημόσια υγεία. Για τον λόγο αυτό απαιτείται συντονισμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη αντιμετώπιση.
Η πιλοτική δράση προβλέπεται να χρηματοδοτηθεί μέσω του Προγράμματος Αλιεία, Υδατοκαλλιέργεια και Θάλασσα (ΠΑΛΥΘ), ενώ το σχετικό σχέδιο έχει ήδη αποσταλεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να λάβει την απαραίτητη έγκριση.
Ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus) συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα ξενικά χωροκατακτητικά είδη που έχουν εμφανιστεί στη Μεσόγειο. Η φυσική του παρουσία εντοπίζεται στον Ινδικό και τον δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό, ενώ εισήλθε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, στο φαινόμενο που είναι γνωστό ως λεσσεψιανή μετανάστευση.
Στην Ελλάδα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2005 και έκτοτε έχει εξαπλωθεί σημαντικά, κυρίως στο Αιγαίο, την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα. Η άνοδος της θερμοκρασίας των υδάτων, η απουσία φυσικών θηρευτών και η υψηλή αναπαραγωγική του ικανότητα συμβάλλουν στην ταχεία εξάπλωσή του.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ανθεκτικό είδος, το οποίο τρέφεται με ψάρια, καρκινοειδή και κεφαλόποδα, ενώ έχουν καταγραφεί ακόμη και περιστατικά κανιβαλισμού μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους.
Η παρουσία του δημιουργεί σοβαρές επιπτώσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα, καθώς επηρεάζει τους πληθυσμούς άλλων οργανισμών και διαταράσσει τη φυσική ισορροπία. Παράλληλα, προκαλεί σημαντικές φθορές στα αλιευτικά εργαλεία, όπως δίχτυα, πετονιές και παραγάδια, αυξάνοντας το κόστος για τους επαγγελματίες αλιείς και μειώνοντας τα εισοδήματά τους, ιδιαίτερα στις νησιωτικές και παράκτιες περιοχές.
Εκτός από τις περιβαλλοντικές και οικονομικές συνέπειες, ο λαγοκέφαλος αποτελεί και σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία, καθώς περιέχει την ισχυρή νευροτοξίνη τετροδοτοξίνη, η οποία δεν εξουδετερώνεται ούτε με το μαγείρεμα ούτε με την κατάψυξη. Για τον λόγο αυτό η κατανάλωσή του απαγορεύεται αυστηρά.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται επίσης στην ενημέρωση των πολιτών, των αλιευτικών κοινοτήτων και των επαγγελματιών του τουρισμού, με στόχο την προστασία των καταναλωτών και την ενίσχυση της ενημέρωσης γύρω από τους κινδύνους που συνδέονται με το συγκεκριμένο είδος.
Σύμφωνα με τον κ. Πρωτοψάλτη, το μήνυμα προς τους πολίτες είναι ξεκάθαρο: ο λαγοκέφαλος δεν προορίζεται για κατανάλωση και δεν πρέπει να διατίθεται στην αγορά. Παράλληλα, απαιτείται στήριξη των επαγγελματιών αλιέων που αντιμετωπίζουν αυξανόμενες ζημιές εξαιτίας της παρουσίας του είδους.
Όπως επισημαίνεται, η αποτελεσματική διαχείριση του προβλήματος προϋποθέτει τη συλλογή αξιόπιστων στοιχείων, τη στενή συνεργασία της Πολιτείας με την επιστημονική κοινότητα και τους αλιείς, καθώς και τον καθορισμό περιοχών που χρειάζονται άμεσες παρεμβάσεις.
Τέλος, οι αρμόδιες υπηρεσίες υπογραμμίζουν ότι λόγω της τοξικότητας του λαγοκέφαλου απαιτείται ειδικός σχεδιασμός για τη συγκέντρωση, αποθήκευση, μεταφορά και ασφαλή καταστροφή των ποσοτήτων που ενδέχεται να συλλέγονται, ώστε να προστατεύονται τόσο η δημόσια υγεία όσο και το θαλάσσιο περιβάλλον.