Για τον Ιανουάριο του 2026 έχει προγραμματιστεί ο πλειστηριασμός του εργοστασίου κλωστοϋφαντουργίας της Fieratex, συμφερόντων οικογένειας Ανεζουλάκη, μιας από τις ιστορικά ισχυρότερες επιχειρήσεις του κλάδου με έντονο εξαγωγικό χαρακτήρα και παραγωγή ποιοτικών προϊόντων.
Η διαδικασία αφορά τη βιομηχανική μονάδα στο Κιλκίς και έχει οριστεί για τις 21 Ιανουαρίου 2026, με επισπεύδουσα την Alpha Bank.
Στο σφυρί αναμένεται να βγουν οι εγκαταστάσεις που βρίσκονται στη Νέα Σάντα Κιλκίς, συνολικής επιφάνειας κύριων χώρων 32.464,31 τ.μ., καθώς και γηπεδική έκταση 56.389,70 τ.μ.
Η τιμή εκκίνησης για το σύνολο του βιομηχανικού συγκροτήματος έχει καθοριστεί στα 5,54 εκατ. ευρώ.
Η Fieratex ιδρύθηκε το 1988 από την οικογένεια Ανεζουλάκη και εξελίχθηκε σε κορυφαία δύναμη της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας. Ο όμιλος περιλάμβανε αρκετές εταιρείες και απασχολούσε περισσότερους από 2.000 εργαζόμενους.
Η εταιρεία είχε αποκτήσει φήμη για την ποιότητα των υφασμάτων και των ενδυμάτων που παρήγαγε, με το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της κατευθυνόταν στις διεθνείς αγορές.
Ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης του 1999, όταν συγκαταλέχθηκε μεταξύ των εταιρειών που ελέγχθηκαν για πιθανή χειραγώγηση της μετοχής τους. Η υπόθεση οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, όμως μετά από μακρά δικαστική πορεία οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.
Κατά τη δεκαετία του 2000 η εταιρεία συνέχισε την αναπτυξιακή της πορεία, καταγράφοντας ετήσιο τζίρο που ξεπερνούσε τα 35 εκατ. ευρώ.
Από το 2020 και μετά, όμως, ήρθε αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις της πανδημίας, της ενεργειακής κρίσης και του πολέμου στην Ουκρανία, γεγονότα που επιβάρυναν σημαντικά την οικονομική της κατάσταση.
Με βάση τις τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις για το 2023, ο κύκλος εργασιών περιορίστηκε στα 18,92 εκατ. ευρώ από 25,9 εκατ. ευρώ το 2022, ενώ οι ζημίες της χρήσης ανήλθαν σε 5,37 εκατ. ευρώ και οι συσσωρευμένες ζημίες στα 17,1 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, οι συνολικές υποχρεώσεις έφτασαν τα 12,64 εκατ. ευρώ.
Η διοίκηση επιχείρησε να αντιμετωπίσει την κατάσταση μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, χωρίς όμως να καταφέρει να εξασφαλίσει συμφωνία.
Στα τέλη Ιουνίου του 2024, οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ ανέρχονταν σε 821.662 ευρώ, εκ των οποίων ληξιπρόθεσμα ήταν τα 795.641 ευρώ. Οι υποχρεώσεις προς τις τράπεζες διαμορφώνονταν σε 5,145 εκατ. ευρώ, με ληξιπρόθεσμο ποσό 1,922 εκατ. ευρώ, ενώ οι οφειλές προς το Δημόσιο έφταναν τις 458.913 ευρώ, εκ των οποίων οι 234.253 ευρώ ήταν ληξιπρόθεσμες.
Η οικονομική εικόνα επιδεινώθηκε περαιτέρω στη συνέχεια και, σύμφωνα με την αίτηση πτώχευσης, η εταιρεία είχε πλέον εισέλθει σε καθεστώς γενικευμένης αδυναμίας εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών της, χωρίς ρεαλιστικές προοπτικές ανάκαμψης. Παράλληλα, επισημαινόταν ότι είχαν προηγηθεί μακροχρόνιες προσπάθειες συνεννόησης με τους πιστωτές είτε για ένταξη σε διαδικασία εξυγίανσης είτε για την προσέλκυση στρατηγικού επενδυτή, χωρίς ωστόσο να υπάρξει θετική ανταπόκριση.