Το έργο «Εξωστρεφής Γεωργία» του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης σηματοδοτεί τη μετάβαση της ελληνικής αγροτικής παραγωγής στη νέα ψηφιακή εποχή, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα που συνδέει παραγωγούς, κράτος, μεταποιητικές επιχειρήσεις και διεθνείς αγορές. Με χρηματοδότηση ύψους 25,48 εκατ. ευρώ από το πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0» και το ΠΔΕ και με φορέα υλοποίησης την Κοινωνία της Πληροφορίας, το έργο ολοκληρώνεται στα τέλη Μαΐου, έπειτα από τρία χρόνια ανάπτυξης, και περιλαμβάνει τέσσερις κεντρικές πλατφόρμες και 25 πληροφοριακά συστήματα.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της Collectives, Βαγγέλη Πορή, η υλοποίηση έγινε σε δύο στάδια: αρχικά αναπτύχθηκαν οι απαραίτητες ψηφιακές υποδομές και στη συνέχεια προχώρησε η ενοποίηση και αξιοποίηση των δεδομένων, με στόχο τη διευκόλυνση της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στους παραγωγούς και το Δημόσιο. Βασικά εργαλεία του έργου αποτελούν η πλατφόρμα προβολής Greek Farms, το Easy Agro Expo για την ψηφιοποίηση των εξαγωγικών διαδικασιών, η Εθνική Βάση Εισαγωγών και τα συστήματα Business Intelligence που υποστηρίζουν την ανάλυση αγορών και στοιχείων.
Η πλατφόρμα Greek Farms λειτουργεί ως κοινή «ομπρέλα» προβολής της ελληνικής αγροδιατροφής, προσφέροντας περιεχόμενο σε οκτώ γλώσσες που συνδέει τον πρωτογενή τομέα με τον τουρισμό, τη γαστρονομία και τον πολιτισμό. Παράλληλα, το Easy Agro Expo συγκεντρώνει σε ένα ενιαίο ψηφιακό περιβάλλον όλες τις διοικητικές διαδικασίες που σχετίζονται με τις εξαγωγές, διευκολύνοντας επιχειρήσεις και παραγωγούς. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκαν ψηφιακά πιστοποιητικά, εργαλεία ελέγχου και πάνω από 200 νέες υπηρεσίες στο Gov.gr, ενώ παρέχεται και υποστήριξη μέσω ψηφιακού βοηθού.
Στον τομέα της αγροτικής πολιτικής, τα νέα συστήματα συλλέγουν και επεξεργάζονται δεδομένα σχετικά με εισαγωγές και εξαγωγές ανά προϊόν και χώρα, διαθέτοντας ανοιχτά δεδομένα προς αξιοποίηση από επιχειρήσεις, παραγωγούς και κρατικούς φορείς. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναβαθμισμένη έκδοση του Μητρώου Αγροτών, η οποία ενοποιεί διαφορετικά μητρώα, διασταυρώνει στοιχεία με άλλες δημόσιες βάσεις και αποτελεί τη βάση για το Αγροτικό CRM ή «Καρτέλα Αγρότη», όπου καταγράφεται συνολικά η δραστηριότητα κάθε εκμετάλλευσης. Παράλληλα, αναπτύσσονται μηχανισμοί εκτίμησης παραγωγής και διασύνδεσης με την ΑΑΔΕ και το myDATA, ώστε να δημιουργούνται ισοζύγια ανά ΑΦΜ και να παρακολουθούνται σε πραγματικό χρόνο η παραγωγή, οι εισαγωγές και οι εξαγωγές.
Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Μαργαρίτης Σχοινάς, υπογράμμισε ότι η διεθνής εικόνα της ελληνικής αγροδιατροφής ενισχύεται συνεχώς, επισημαίνοντας ότι οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 6,5% το 2025 και πως ένα στα τέσσερα εξαγόμενα προϊόντα προέρχεται από τον πρωτογενή τομέα ή τη μεταποίηση τροφίμων. Όπως ανέφερε, η εξωστρέφεια δεν επιτυγχάνεται με διοικητικές παρεμβάσεις, αλλά οικοδομείται καθημερινά μέσα από ένα συνεκτικό και ελκυστικό αφήγημα προς τις διεθνείς αγορές.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, στάθηκε στην ανάγκη μετάβασης της γεωργίας σε μια νέα εποχή, τονίζοντας ιδιαίτερα τη συμβολή του έργου στην αντιμετώπιση των παράνομων ελληνοποιήσεων. Όπως εξήγησε, το νέο σύστημα επιτρέπει στην Πολιτεία να καταγράφει με ακρίβεια την εγχώρια παραγωγή, να τη συγκρίνει με τα προϊόντα που διακινούνται στην αγορά και να δημιουργεί για πρώτη φορά αξιόπιστα ισοζύγια ελληνικών προϊόντων.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Κοινωνίας της Πληροφορίας, Σταύρος Ασθενίδης, σημείωσε ότι το έργο διαμορφώνει ένα σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον που φέρνει πιο κοντά τον παραγωγό με την αγορά και ενισχύει τη διεθνή παρουσία των ελληνικών προϊόντων. Τέλος, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Vodafone Ελλάδας, Αχιλλέας Κανάρης, επεσήμανε ότι η τεχνολογία και η έξυπνη γεωργία μπορούν να μετασχηματίσουν ουσιαστικά τον αγροτικό τομέα, αυξάνοντας την παραγωγικότητα κατά τουλάχιστον 30%, ενισχύοντας τη διαφάνεια και τον ποιοτικό έλεγχο και επιτρέποντας τη χάραξη μιας γεωργικής πολιτικής βασισμένης σε δεδομένα.
Δομικές παθογένειες «φρενάρουν» την αγροτική ανάπτυξη
Στην αναπτυξιακή δυναμική που στερείται από την ελληνική αγροτική παραγωγή στάθηκαν, στο πλαίσιο της συμμετοχής τους στο πάνελ της χθεσινής εκδήλωσης, ο πρόεδρος του ΣΕΒ και επικεφαλής της Bespoke-SGA Holdings, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, και ο διευθύνων σύμβουλος της Μέλισσα Κίκιζας ΑΒΕΕ, Αλέξανδρος Κίκιζας.
«Πρέπει να οδηγήσουμε τους αγρότες μας σε μια διαφορετική γνώση για το πώς να παράγουν, αν θέλουμε πραγματικά να αυξήσουμε την παραγωγικότητα», τόνισε ο κ. Θεοδωρόπουλος, θέτοντας με έμφαση το ζήτημα της εκπαίδευσης των αγροτών και προκρίνοντας τη στροφή στις θερμοκηπιακές καλλιέργειες. Για να αναδείξει τη δυναμική τους, παρέθεσε συγκριτικά στοιχεία για την καλλιέργεια ντομάτας αναφέροντας ότι: Στις υπαίθριες καλλιέργειες η παραγωγή φτάνει περίπου τα 4 κιλά ανά τετραγωνικό μέτρο, με ανάγκη έως και 95 κιλών νερού για κάθε κιλό προϊόντος. Αντίθετα, στο θερμοκήπιο η απόδοση μπορεί να εκτοξευθεί στα 60 κιλά, ενώ η κατανάλωση νερού περιορίζεται μόλις στα 4 κιλά. Παράλληλα, εξέφρασε στον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης την έντονη απογοήτευση του για τη χαμηλή αξιοποίηση του προγράμματος θερμοκηπίων ύψους 600 εκατ. ευρώ, το οποίο προέβλεπε ενίσχυση έως 1 εκατ. ευρώ για κάθε μονάδα. Σύμφωνα με τον ίδιο, το γεγονός ότι δεν υπήρξε επαρκής συμμετοχή από τους αγρότες αποδίδεται κυρίως στην ελλιπή ενημέρωση σχετικά με τα οφέλη της σύγχρονης τεχνολογίας και τις δυνατότητες του προγράμματος. Επιπλέον, ανέδειξε και το κρίσιμο ζήτημα του αθέμιτου ανταγωνισμού από εισαγωγές τρίτων χωρών, υπογραμμίζοντας ότι οι Έλληνες και Ευρωπαίοι παραγωγοί υποχρεώνονται να τηρούν αυστηρούς κανόνες για φυτοφάρμακα και λιπάσματα, την ώρα που στην αγορά διακινούνται φθηνότερα εισαγόμενα προϊόντα χωρίς αντίστοιχες προδιαγραφές. «Αυτό οδηγεί ήδη μεγάλες θερμοκηπιακές μονάδες να μετακινούνται από την Ισπανία στο Μαρόκο, ώστε να εξάγουν με χαμηλότερο κόστος προς την Ευρώπη», υπογράμμισε.
Από την πλευρά του, ο Αλέξανδρος Κίκιζας σημείωσε «Όλοι μας νομίζουμε ότι αποδεχόμαστε πως ο μικρός κλήρος είναι η μεγάλη παθογένεια της αγροτικής μας παραγωγής. Όλοι, όμως, το αντιμετωπίζουμε ως κάτι δεδομένο. Αυτό είναι — και μάλιστα τα επόμενα χρόνια το πρόβλημα θα επιδεινώνεται, καθώς θα έρχονται οι επόμενες γενιές. Οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες έχουν χρησιμοποιήσει πολύ συγκεκριμένες διαδικασίες, π.χ. αναδασμό, ό,τι ταιριάζει στην καθεμία, για να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα. Και, όπως κάναμε στο κομμάτι της ψηφιακής μεταρρύθμισης, της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής— όπου υιοθετήσαμε καλές πρακτικές — το ίδιο πρέπει να κάνουμε και σε αυτό το πεδίο». Όπως τόνισε, ζητούμενο δεν είναι μόνο η προώθηση ελληνικών τροφίμων στο εξωτερικό, αλλά και η διάδοση της φιλοσοφίας και της παράδοσης της ελληνικής διατροφής. Παράλληλα, αναφερόμενος στις προοπτικές της εγχώριας παραγωγής, εξέφρασε τις απόψεις του για την πορεία και το μέλλον του κλάδου, αναφέροντας: «Βλέπω λαμπρό μέλλον, γιατί δεν έχουμε το περιθώριο να μην το κάνουμε λαμπρό. Η Μεσογειακή διατροφή είναι τάση, δεν είναι μια μόδα, όσο ο κόσμος παγκοσμίως ασχολείται με την υγεία και τη διατροφή του. Άρα, είμαστε πάνω στο κύμα και είναι στο χέρι μας να δούμε αν μπορούμε να επιταχύνουμε τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθούμε τα επόμενα χρόνια ή αν θα χάσουμε την ανταγωνιστικότητά μας».