Από τις 14 Οκτωβρίου 2025 έως τις 2 Μαΐου 2026, στο πλαίσιο των ελέγχων για την τήρηση των μέτρων κατά της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, διενεργήθηκαν συνολικά 60.499 αστυνομικοί έλεγχοι. Όπως μεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, στο ίδιο διάστημα καταγράφηκαν 111 παραβάσεις, πραγματοποιήθηκαν 109 συλλήψεις και παρασχέθηκαν 814 συνδρομές στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Η νόσος έκανε την εμφάνισή της στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 2024, ασκώντας έντονες πιέσεις στον κτηνοτροφικό κλάδο. Με βάση τα επίσημα δεδομένα του ΥΠΑΑΤ, μέχρι τις 19 Απριλίου 2026 είχαν εντοπιστεί 2.152 εστίες της ασθένειας σε 2.660 μονάδες εκτροφής, ενώ στο πλαίσιο των προβλεπόμενων υγειονομικών μέτρων θανατώθηκαν συνολικά 486.666 αιγοπρόβατα.
Η εντατικοποίηση των ελέγχων έγινε ιδιαίτερα αισθητή από τον Φεβρουάριο του 2026 και έπειτα. Συγκεκριμένα, από την 1η Φεβρουαρίου έως και τις 2 Μαΐου πραγματοποιήθηκαν 43.764 έλεγχοι, καταγράφηκαν 71 παραβάσεις, έγιναν 72 συλλήψεις και σημειώθηκαν 404 περιπτώσεις παροχής συνδρομής.
Κατά το διάστημα από 14 Οκτωβρίου 2025 έως 31 Ιανουαρίου 2026, οι αρχές προχώρησαν σε 16.735 ελέγχους, βεβαιώνοντας 40 παραβάσεις, πραγματοποιώντας 37 συλλήψεις και παρέχοντας 410 συνδρομές.
Τον Φεβρουάριο του 2026 διενεργήθηκαν 7.448 έλεγχοι σε πολίτες και 5.790 σε οχήματα. Οι αρχές κατέγραψαν 13 παραβάσεις, προχώρησαν σε 14 συλλήψεις και πραγματοποίησαν 144 παρεμβάσεις συνδρομής.
Τον Μάρτιο οι έλεγχοι αυξήθηκαν περαιτέρω, φτάνοντας τους 10.735 σε άτομα και τους 8.820 σε οχήματα. Στο διάστημα αυτό βεβαιώθηκαν 41 παραβάσεις, έγιναν 42 συλλήψεις και σημειώθηκαν 163 παροχές συνδρομής.
Τον Απρίλιο, ενόψει της αυξημένης μετακίνησης λόγω Πάσχα, οι έλεγχοι παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, με 9.596 ελέγχους σε άτομα και 8.559 σε οχήματα. Οι παραβάσεις ανήλθαν σε 17, οι συλλήψεις σε 16 και οι παροχές συνδρομής σε 92.
Το πρώτο διήμερο του Μαΐου καταγράφηκαν ακόμη 626 έλεγχοι σε πολίτες και 555 σε οχήματα. Δεν διαπιστώθηκαν παραβάσεις ούτε πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις, ενώ οι αρχές προχώρησαν σε πέντε παροχές συνδρομής.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά τον μεγάλο αριθμό ελέγχων, οι παραβάσεις παρέμειναν σε χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με τον συνολικό όγκο των ελέγχων. Αυτό αποδίδεται αφενός στην αποτρεπτική λειτουργία των μέτρων και αφετέρου στη σταδιακή ενίσχυση της συμμόρφωσης των εμπλεκομένων με τους περιορισμούς.